ARKADIKOI ORIZONTES LOGO

tsopanidesΑναδημοσίευση από την εφημερίδα "ΑΡΚΑΔΙΚΟΙ ΟΡΙΖΟΝΤΕΣ
Βλάχοι και Αρβανίτες στο Μοριά
Από το βιβλίο «ΑΝΕΒΟΚΑΤΕΒΑΤΕΣ» του Νίκου Πασαγιώτη
Εδώ, στο κέντρο του Μοριά, θα σταθώ περισσότερο για να αγναντέψω όσο μπορώ μακριά στα περάσματα των κοπαδιών, να μάθω για τους στανεμένους βοσκούς στην Αρκαδία, ποια η ζωή τους, πως βιοπορούσαν, και πως με τον καιρό κατέκτησαν σαν παραχειμάζοντες ειρηνικά τη Μεσσηνία, πιο πολύ την Πυλία, την απαγκερή και πολύβοσκη εκείνη άκρη της Μεσσηνίας.
Εδώ πρόκειται για τους γνωστούς «ανεβοκατεβάτες», όνομα που έδωσε ο λαός στους βοσκούς, από το ανέβασμα την Άνοιξη με τα κοπάδια στην Αρκαδία, και το Χειμώνα το κατέβασμά τους στα χειμαδιά της Μεσσηνίας. Η πολυμορφία του εδάφους της, τα απέραντα οροπέδια, τα πυκνά της δάση, οι ρεματιές και τα ποτάμια της Αρκαδίας σκεπασμένα από σμυρτιά, θρούμπη και πουρνάρι αποτέλεσαν από τα πανάρχαια χρόνια πηγή έμπνευσης σε ποιητές και λογοτέχνες μέχρι και σήμερα σε ξένους και ντόπιους. Τα τραγούδησε η λαϊκή μούσα, τα έκανε θρύλο.
Σε αυτά λοιπόν τα απάτητα βουνά, σ’ αυτή την παρθένα φύση, οι ποιμενικές φυλές έβρισκαν πάντα σιγουριά και καταφύγιο. Όσοι από τους ποιμένες της Στερεάς έφτασαν τα Μοραΐτικα βουνά, γι’ αυτό τους ονομάζουν Σκηνίτες και Ρουμελιώτες, τμηματικά και κατά καιρούς, ακόμα και με τη συμπαράσταση και ανοχή των αρχών που προσπαθούσαν και προωθούσαν τους βόρειους προς το Μοριά που ευχαρίστως ο Μοριάς δεχόταν κάθε κάθοδο ξένων κυρίως κτηνοτροφικούς πληθυσμούς. Οι πιο πολλοί απ’ αυτούς σαν ορμητήριο είχαν την Αρκαδία, εκεί έστηναν γρέκια με σκοπό να κατέβουν πιο νότια.

Περισσότερα...

ΠΟΤΑΓΟΑ 1-Πρωτομαγιά τού 1941, η Ανοιξη εχει πανηγύρι, μά η ψυχή τών Ελλήνων, εχει βαρυχειμωνιά !! Τό ιδιο συμβαίνει καί στήν Γορτυνία!! Οι ερπύστριες μιάς επίλεκτης τής πιό σκληρής Γερμανοφασιστικής φάλαγγας σιδερόφρακτων τάνκς ΑΔΟΛΦΟΣ ΧΙΤΛΕΡ, μόλις εχει περάσει τήν Βυτίνα, καί κατευθύνεται, μέσω Λαγκαδίων στόν Πύργο! Καταμεσίς τού δρόμου, εκεί στήν γέφυρα τού Κουτρουμπή,ενα 17χρονο παράτολμο καί αοπλο Γορτυνιόπουλο, σηκώνει τό χέρι, καί τίς ανακόπτει τήν πορεία!
Σταματείστε! Δέν θά μάς σκλαβώσεται! Ειμαι μόνος μου, αλλά πίσω μου, ακολουθεί ολη η Ελλάδα!
Ο Γερμανός διοικητής ρωτάει ειρωνικά τόν διερμηνέα,τί λέει ...τούτο τό παιδί, καί μόλις μαθαίνει, μέ μιά ριπή τού αυτόματου, τό ξαπλώνει νεκρό!
Τό φασιστικό κτήνος ομως, δέν ικανοποίησε τά θηριώδη ενστικτά του, καί διατάζει - αν καί νεκρό -νά τού συντρίψουν τό κεφάλι, μέ μία μεγάλη πέτρα, κατά παράβαση, τών διεθνών κανόνων τού πολέμου!

Περισσότερα...

aeroporosΤο Πολεμικό Μουσείο, παράτημα Τρίπολης, θυμάται και τιμά όλους τους πεσόντες Αρκάδες αεροπόρους, με αφορμή την εορτή της Αεροπορίας . Πρώτος χρονικά ανάμεσα στους πεσόντες, είναι ο Ζατουνίτης Αθανάσιος Κολοκοτρώνης του Δημητρίου και της Χαραλαμπίτσας. Γεννήθηκε το 1909, τελείωσε στη Ζάτουνα το Δημοτικό Σχολείο και το Γυμνάσιο Δημητσάνας. Σε ηλικία 20 χρόνων, τον Απρίλιο του 1929, κατετάγη στην Στρατιωτική Σχολή Αεροπορίας στις Σέδες, για εκπαιδευτής οδηγός αεροπόρος. Τον επόμενο χρόνο πήρε το πτυχίο του. Στις 10 Ιουλίου 1935, και κατά την διάρκεια μιας εκπαιδευτικής πτήσης, στις Καμάρες

Περισσότερα...

triiris 1Του Κωνσταντίνου Ηλ. Φίλανδρου
Εκδότη της Εφημερίδας «Νέα της Μεγαλοπόλεως»

Σκοπός του άρθρου είναι η αναζήτηση των στοιχείων που ενώνουν τους δύο νομούς και χάνονται στην αχλύ του χρόνου.
Και που, όπως θα δούμε στη συνέχεια, είναι τόσο παλιά και τόσα πολλά, που ο καθηγητής της Ιστορίας στο Γυμνάσιο Αρρένων Μυτιλήνης - στο διάστημα του Μεσοπολέμου - Δημήτρης Ματζουράνης, αποκαλούσε τους Αρκάδες και τους Μυτιληνιούς “ομόθυμους”.
Ο δικαστικός Αναστάσιος Πολυζωΐδης που μαζί με τον Γεώργιο Τερτσέτη έσωσε την τιμή της Ελλάδας τότε που η βαυαροκρατία επιδίωκε την εξόντωση του Γέρου του Μωριά, θα γράψει στη Γενική Ιστορία του στα 1889, πως «η αρχαιότατη ιστορία της Ελλάδος στηρίζεται κατά το μεγαλύτερό της μέρος στις παραδόσεις που η κάθε μια τους είναι ντυμένη με το δικό της ξεχωριστό μύθο».
Ξεκινώντας από τη διαπίστωση αυτή του εξαιρετικού και σαν ιστορικού Έλληνα νομικού, ο συγγραφέας Μαρίνος Γιάννη Βόμβας, αναζήτησε σε ορισμένες παραδόσεις και σε αρκετούς από τους αρκαδικούς μύθους, που οι αιτίες για τη δημιουργία τους ήταν εμφανείς, τα κρυμμένα ιστορικά στοιχεία.
Αφού τα μελέτησε διεξοδικά, τα διασταύρωσε και τα τεκμηρίωσε πλήρως, προέβη στη δημοσίευσή σχετικών Σημειωμάτων στην Εφημερίδα «Νέα της Μεγαλοπόλεως», τα οποία εκδόθηκαν σε βιβλίο το 2010, με τίτλο ΑΡΚΑΔΙΑ ΧΑΙΡΕ.
Απ’ αυτά τα σημειώματα προέρχονται τα περισσότερα στοιχεία της μελέτης μου, καθώς ποιος άλλος θα ήταν η πλέον πρόσφορη - αντικειμενική - πηγή για να αναπτύξω το θέμα: Αρκαδία και Λέσβος από το Μύθο στην Ιστορία», αφού έχει διπλή καταγωγή. Λέσβιος, πατρός τε και μητρός, και Αρκάς, λόγω συζύγου και τόπου σημερινής κατοικίας.
Κατά τη μυθολογία, οι πελασγοί ζούσαν στην Αρκαδία την εποχή του Κατακλυσμού του Δευκαλίωνα. Διασώθηκαν στον τόπο αυτό γιατί η ίδια η μεσοπελοποννησιακή γη μεταβλήθηκε σε διασώστρια κιβωτός τους. Από τις δεκάδες τα βάθρα (τα «Ζέρεθρα» των αρχαίων αρκάδων) έφευγαν υπόγεια τα νερά του Κατακλυσμού που θα μετέβαλαν σε λίμνες τα ανατολικά της υψίπεδα, ενώ ο Αλφειός με τους παραποτάμους του διοχέτευε τα βρόχινα νερά της δυτικής Αρκαδίας στο Ιόνιο.
Στα Σπήλαια των Λιμνών και τα δεκάδες άλλα σπήλαια προφυλάχτηκαν οι πρωτοκάτοικοί της και επέζησαν. Η διατήρηση της ζωής στην Αρκαδία μετά από τη θεομηνία αυτή θα μας δοθεί με τον ηγεμόνα του φύλου που επιβίωνε στον τόπο, τον Πελασγό, «να βγαίνει μέσα από τα σπλάχνα της αρκαδικής γης για να δημιουργηθεί το γένος των θνητών», όπως γράφει ο Παυσανίας στα Αρκαδικά του.
Ο Κατακλυσμός, που κατά το αιγυπτιακό Ιερατείο πρέ¬πει να σημειώθηκε γύρω στο 9.500 π.Χ. χρόνια (Πλατ. Τίμαιος), προκλήθηκε σύμφωνα με τις παραδόσεις για την ασέβεια που έδειξαν στο πρόσωπο του Δία, τα παι¬διά του γιου του Πελασγού, Λυκάονα. Η σύνδεση αυτή δεν ήταν φυσικά τυχαία. Ξεκινού¬σε από το γεγονός πως στην Αρκαδία κατά τα βαθύτατα προϊστορικά χρόνια διατηρή¬θηκε το μεγαλύτερο μέρος α¬πό τους κατοίκους της Ελλά¬δας μετά τη θεομηνία, γι’ αυτό και οι εναπομείναντες κάτοι¬κοι της υψηλής αρκαδικής χώ¬ρας θα αποκληθούν «αυτό¬χθονες», γαιογέννητοι, σαν ξε-πεταγμένοι μέσα από την ίδια τη γη που τους διέσωσε.
Μετά το τέλος του Κατα¬κλυσμού ήταν φυσικό να ξεχυ¬θούν τα πελασγικά γένη προς τα υπόλοιπα μέρη της Ελλάδας, για να “ε¬πι¬πο¬λά¬σουν”, να ε¬πι¬κα¬λύ¬ψουν “ά¬πα¬σαν την Ελ¬λά¬δαν”, ό¬πως ση¬μειώ¬νε¬ται α¬πό τον Στρά¬βω¬να, στα Γε¬ω-γραφικά, για να συναντήσουν πιο εύφορες γαίες και προσφορότερα ση¬μεία για τη συνέχιση της ζωής.
Α¬πό τα πε¬λα¬σγι¬κά γέ¬νη, α¬νά¬με¬σα στα ο¬ποί¬α ή¬ταν και το γέ¬νος των αρ¬κά-δων, ο ελλαδικός χώρος θα ο¬νο¬μα¬στεί Πε¬λα¬σγί¬α, θα ση¬μειω¬θεί και πά¬λι α¬πό τον Στρά¬βω¬να. Για να ε¬πι¬κυ¬ρω¬θεί η α¬λή¬θεια αυ¬τή α¬πό τον πα¬τέ¬ρα της Ι¬στο¬ρί¬ας Ηρόδοτο, που θα α¬πο¬φαν¬θεί με κα¬τη¬γο¬ρη¬μα¬τι¬κό¬τη¬τα: “Ο τό¬πος που τώ¬ρα λέ¬γε-ται Ελ¬λά¬δα α¬πο¬κα¬λού¬νταν προ¬η¬γού¬με¬να Πε¬λα¬σγί¬α”.
Τα μέλη από τα διάφορα πελασγικά γένη της Αρκαδίας που μετανάστευαν, χρησιμοποιούσαν συχνά τα ονόματα των γεναρχών τους, τα ονόματα των αρκαδικών χώρων από τους οποίους ξεκινούσαν και οτιδήποτε άλλο θα τους θύμιζε τον γενέθλιο τόπο τους.
Η ΣΧΕΣΗ ΛΕΣΒΟΥ ΚΑΙ ΑΡΚΑΔΙΑΣ
Ένα από τα νησιά με τα οποία είχαν αναπτύξει στενές σχέσεις οι πελασγικής καταγωγής κύδωνες, καθώς και μέλη από άλλα πελασγικά γένη της Αρκαδίας κατά τις αναζητήσεις και μετοικήσεις τους προς παραγωγικότερους από την Αρκαδία τόπους, ήταν και η Λέσβος.
Οι σχέσεις αυτές διαφαίνονται όχι μόνο από τις αρκαδικές παραδόσεις που αναφέρονται στους εποικισμούς χώρων της Λέσβου από πρόσωπα συνδεδεμένα άρρηκτα με την Αρκαδία, αλλά και από μια σειρά ονομασίες πολισμάτων και άλλων σημείων του νησιού που η προέλευσή τους ήταν καθαρά αρκαδική, ή σχετίζονταν με γεναρχικά πρόσωπα και γένη που είχαν αφομοιωθεί από τους αρκάδες, και των οποίων τα ονόματα θα παρουσιαστούν στους λεσβιακούς μύθους σαν ονόματα εποικιστών διαφόρων τοποθεσιών του νησιού.
Ένα από τα αρχαιότερα ονόματα του νησιού ήταν το Πελασγία, αντίστοιχο του ονόματος που έφερνε τους πρώτους καιρούς η Αρκαδία. Οι έποικοι που θα δώσουν στο νησί το όνομα αυτό ανήκουν σε πολλά γένη και προέρχονται από την Αργολίδα. Αρχηγός τους φέρεται ο Ξάνθος, ο γιός του Τριόπου.
Η Αργολίδα των προμυκηναϊκών χρόνων, με τα λιμάνια της στην Ερμιόνη, την Τροιζήνα, τη Λέρνη και πιθανόν το Ναύπλιο, κατέχεται από πελασγούς της Αρκαδίας. Την εποχή αυτή οι από την Αρκαδία πελασγοί διδάσκονται από το μοναδικό ελληνόγλωσσο γένος της Πελοποννήσου, τους δαναούς, την πλοηγική Τέχνη.
Το μεγαλονήσι του βορειοανατολικού Αιγαίου, η Λέσβος, γειτονικό με την Τροία και την μετέπειτα Αιολική Γη, ήταν φυσικό να δεχτεί στο έδαφός του ορισμένους από τους πρώτους μαθητές των Δαναών στη θαλασσοπλοΐα, σαν μόνιμους κατοίκους του αλλά και σαν περαστικούς, στην πορεία τους προς τους μικρασιατικούς τόπους.
Οι αρκάδες που δέχονται τον Ξάνθο και σαν γιο του Ερύμανθου, θα ιδρύσουν την Τρίταια ή Τρίτα στην περιοχή του κόλπου της Γέρας - από το όνομα αρκαδικού πολίσματος της δυτικής πλευράς του αρκαδικού όρους Ερύμανθος - και λίγο βορειότερα το Ήπιον, αντίστοιχο του ονόματος Ήπιον κατά τους πρώιμους προϊστορικούς χρόνους που υπήρχε στην αρκαδική Τρυφιλία της προμυκηναϊκής εποχής.
Λίγο βορειότερα από το λεσβιακό Ήπιον, σημερινό Ιππιος, ιδρύεται από πελασγούς η Λάπη ή Λάμπη, αναθύμημα ονόματος αρκαδικής πόλης με το ίδιο όνομα.
Από το αρκαδικό όρος Λάμπεια άλλωστε θα ονομαστούν Λάμπες τα υψώματα που βρίσκονταν στα βορειοδυτικά της χτισμένης από τους αρκάδες πόλης Λάπη στη Λέσβο.
Το βουνό Όλυμπος της κεντροανατολικής περιοχής του νησιού, αλλά και δύο λόφοι που φέρνουν το όνομα Έλυμπος, αναγυρίζουν τη θύμηση στο αρχικό όνομα του αρκαδικού βουνού Λύκαιο, που θα αλλάξει την ονομασία του από Όλυμπος σε Λύκαιο, όπως και το Καύκασος σε Κυλλήνη, για να αντιδιαστέλλονται από τον θεσσαλικό Όλυμπο και τους διαφόρους Καύκασους (της Κέας, της Αίας και των δυτικών συνόρων της Ινδίας).
Κοντά στον ανατολικότερο από τους δυό Έλυμπους της Λέσβου υπάρχει η σημερινή κώμη Βασιλικά για την οποία πιστεύεται πως το όνομά της θα πρέπει να συνδεθεί με τη γειτονική στο όρος Λύκαιο αρκαδική πόλη Βασιλίδα, αφού καμιά άλλη ερμηνεία δεν είναι δυνατό να προκύψει από πουθενά αλλού.
Και δεν τα λέμε αυτά εμείς ως Αρκάδες.
Ο Λέσβιος καθηγητής Δημήτρης Ματζουράνης, στο βιβλίο του «Οι πρώτες εγκαταστάσεις Ελλήνων στη Λέσβο» που εκδόθηκε στη Μυτιλήνη το 1949, στη σελ. 38 γράφει: «Η θέση των Βασιλικών στη Λέσβο με τον Έλυμπο τον κοντινό της λόφο, αναθύμιζε στους ιδρυτές της τη θέση της Βασιλίδας στην Αρκαδία, με τον γειτονικό της Όλυμπο, που κατοπινότερα θα ονομαστεί Λύκαιο». Η επισήμανση του Δημ. Ματζουράνη για την προέλευση του ονόματος των Βασιλικών, παρουσιάζεται απόλυτα δικαιολογημένη.
Η απαρχή της παρουσίας των αρκάδων στο νησί της Λέσβου τοποθετείται γύρω στο 1.700 π.Χ., μια παρουσία που συνεχίζεται, όπως είδαμε, με «την εγκατάσταση κατά τον αρκαδικό τρόπο, δηλαδή σε βουνά με μικρές και συνεχόμενες πόλεις, όπως ήταν ο παλαιός τρόπος οικισμού».
Η αρχή φυσικά για tη δημιουργία των «μικρών συνεχόμενων πόλεων» που θα δημιουργηθούν απ’ τους αρκάδες στη Λέσβο,
γίνεται μετά από την αρχική εμφάνισή τους σε κάποιο από τα μικρά νησιά, ιδιαίτερα το πλησιέστερο προς τη στεριανή Ελλάδα, και γειτονικό με τις δυτικές ακτές του νησιού νησί, την Νησώπη. Το ίδιο θα συμβεί και όταν οι αρκάδες επιχειρήσουν να κατακτήσουν το ανατολικό τμήμα της Λέσβου.
Θα αποβιβαστούν αρχικά στο μικρό νησί που - την προϊστορική εποχή - χωριζόταν από το μέρος που θα χτιστεί η πόλη της Μυτιλήνης, από μια στενή λουρίδα θάλασσας. Στο νησί αυτό, που με τις προσχώσεις θα ενωθεί με την πόλη της Μυτιλήνης και θα αποτελέσει τμήμα της, θα δοθεί απ’ τους αρκάδες το όνομα Λέσβος. Απ’ αυτό οι αρκάδες θα περάσουν στο εσωτερικό του μεγάλου νησιού όπως μαρτυρείται από τις ονομασίες Λεσβάς, Λεσβάδος και Λεσβόριον - Λισβόριον διαφόρων κατοικημένων και μη θέσεων στο νησί.
Αντίθετα απ’ ότι συνέβη στην Κρήτη όπου οι πολλές Κρητέες θα δώσουν τη βάση για να πάρει το μεγάλο νησί το όνομα Κρήτη, στη Λέσβο στάθηκε αρκετό το όνομα της πρώτης βάσης των αρκάδων, ή ακόμα και οι λίγες ονομασίες τόπων της που είχαν για βάση τους το θέμα Λέσβ– για να πάρει όλο το νησί το όνομα Λέσβος. Ακριβώς όπως και σήμερα που συνηθίζεται να αποκαλούν ολόκληρο το νησί Μυτιλήνη, από το όνομα της κύριας πόλης του.
Οι παραδόσεις θεωρούν τον Λέσβο, τον οικιστή της πρώτης πόλης που χτίστηκε από τους Αρκάδες πάνω στη σημερινή χερσόνησο - όπου και το κάστρο της Μυτιλήνης, ως γιό του Μακαρέα, του επώνυμου οικιστή αρκαδικής πόλης και γιό του μεγάλου γενάρχη των αρκάδων Λυκάονα.
Μια ακόμα ανάμνηση της παρουσίας των Αρκάδων στη Λέσβο που σχετίζονταν με την αρκαδική πόλη Μακαρία και τον ιδρυτή της Μακαρέα, διατηρείται ως τα σήμερα στην ονομασία Μάκκαρα, για μια θέση στα αριστερά της εισόδου του κόλπου της Καλλονής .
Οι λεσβιακές παραδόσεις, κατά συνέπεια, που έφερναν τον Μακκαρέα να δίνει το όνομα Μακαρία στη Λέσβο, είχαν την αντικειμενική τους βάση και το γεγονός ότι, ο Λέσβος θα συνδεθεί - από τις επιχώριες του νησιού παραδόσεις - με τον ιδρυτή αρκαδικής πόλης και προηγηθέντα του Λέσβου ονοματοθέτη του νησιού. Αυτό δείχνει ότι οι εμφανίσεις και οι μόνιμες εγκαταστάσεις των πελασγών στη Λέσβο πραγματοποιούνταν κατά συχνά διαστήματα.
Κατά τη Μυκηναϊκή Εποχή, τμήματα Λαπιθών της βορειοανατολικής Αρκαδίας θα δώσουν σε σημεία της Λέσβου ονόματα που θύμιζαν τη μακρινότερη λαπιθική τους καταγωγή. Εκτός από την ονομασία Μακαρία, την οποία θα πάρει το νησί, θα δοθεί σε σημείο της Λέσβου, γειτονικό με την Ερεσό, η ονομασία Κορώνη, από τον με μοναδικά Λαπιθινό όνομα Κόρωνο. Οι ονομασίες Όμαλα, για βουνό στην περιοχή της λεσβιακής Άγρας, και Ομόλη, η σημερινή Αμαλή, για βουνό νότια της Μυτιλήνης, ονομασίες που αναθύμιζαν το θεσσαλικό όρος Ομόλιο, από τον χώρο του οποίου οι θεσσαλολαπίθες είχαν ξεκινήσει για την Αρκαδία.
Η λεσβιακή πόλη Αρίσβη έχει για ονοματοθέτη της την κόρη του Μακαρέα, Αρίσβη κι από μια άλλη κόρη του, τη Μήθυμνα θα δοθεί το ίδιο όνομα σε πόλη της βορειοδυτικής Λέσβου. Ακόμη και ο Λέσβος, ο επώνυμος του νησιού μας παραδίδεται ως λαπίθης.
Βορειότερα από το σχεδόν ενωμένο με τη λεσβιακή στεριά νησί που θα εποικίσει ο φερόμενος σαν γιός του Μακαρέα, Λέσβος, σε ένα άλλο μικρό πετρώδες νησί θα αποβιβαστούν Κύδωνες, οι οποίοι θα το ονομάσουν Κυδωνία. Στην απέναντι με το μικρό αυτό νησί ακτή της Λέσβου, όπου στη συνέχεια θα εγκατασταθούν, θα αφήσουν τα ίχνη της παρουσίας τους μέσα στο όνομα Κυδώνα, αλλαγή από το Κυδωνία, που έφερνε αρχαιότατο λεσβιακό χωριό, το οποίο έχει τελείως εξαφανιστεί μετά τους αλλεπάλληλους σεισμούς που έχουν πλήξει τη Λέσβο.
Υπάρχουν επίσης ονομασίες θέσεων της Λέσβου που έχουν δοθεί σε σημεία του νησιού από ένα άλλο ελληνικό στοιχείο, τους μινύες.
Οι μινύες που από την Αρκαδία θα πλεύσουν προς τη Λέσβο και θα εγκατασταθούν σ’ αυτήν, θα εγκατασταθούν στον κόλπο της Γέρας, όπου θα ιδρύσουν τους οικισμούς Παρώρεια και Δίπαια, από τα ονόματα των αρκαδικών πόλεων που είχαν προηγούμενα εποικίσει. Άλλοι μινύες μετανάστες στη Λέσβο, προερχόμενοι από την αρκαδική Τριφυλία και σημεία της Λακωνικής και της Μεσσηνίας, θα μεταφέρουν και στο νέο τόπο εγκατάστασης τους τα αναθυμήματα των τόπων από τους οποίους είχαν ξεκινήσει. Η λεσβιακή Βρήσα είχε όνομα σχετικό με τις εποικισμένες από μινύες Βρυσέες του Ταϋγέτου. Το όνομα επίσης της μεσσηνιακής Ίρας που θα δοθεί και σε πόλη στα δυτικά του κόλπου της Γέρας στη Λέσβο, θα μεταφερθεί και στον κόλπο αυτόν που κατά παραφθοράν θα γίνει από κόλπος της Ίρας σε κόλπος της Γέρας.
Οι μινύες κατατάσσονται, σύμφωνα με τις θεσσαλικές παραδόσεις, στους αιολείς. Ο επώνυμος γενάρχης τους Μινύας θεωρείται γιός μιας θυγατέρας του Αιόλου και του Ποσειδώνα και «οι την Λέσβον οικούντες αιολείς» είχαν πάρει, σύμφωνα με τις παραδόσεις αυτές, το όνομά τους από τα παιδιά του Αιόλου.
Οι μινύες, που είχαν ήδη αρχίσει από το 1.300 π.Χ. να πραγματοποιούν τα υπερπόντια ταξίδια τους, που πέρασαν και στο μύθο για την Αργοναυτική Εκστρατεία, ήταν πολύ πιθανόν να είχαν επιχειρήσει και μια απ’ ευθείας μετάβαση από τη Θεσσαλία στη Λέσβο. Με την εγκατάσταση στο νησί, θα διέδωσαν εκτός των άλλων και τα γλωσσικά στοιχεία που θα αποτελέσουν, σε συνέχεια με τις αφίξεις και των από την Πελοπόννησο μινυών και την εγκατάσταση τμημάτων τους στη Λέσβο, τη βάση για τη διαμόρφωση του αιολικού γλωσσικού ιδιώματος του μεγάλου αιγαιοπελαγίτικου νησιού.
Τα αρχαιολογικά δεδομένα που προέκυψαν από τις ανασκαφές στο χώρο της Θερμής της Λέσβου, σε μια θέση που απέχει δώδεκα περίπου χιλιόμετρα βόρεια της Μυτιλήνης και απέναντι από τις μικρασιατικές ακτές, φανερώνουν τις σχέσεις επικοινωνίας των δύο πλευρών. Οι κάτοικοι του νησιού της Λέσβου και οι κάτοικοι της αντικρινής με το νησί περιοχής της Μικρασίας, έχουν κατά τη διάρκεια της 3ης και τις αρχές της 2ης π.Χ. χιλιετίας τις ίδιες ασχολίες. Οι διαφορές ανάμεσα στα κατασκευαζόμενα χειροποίητα πήλινα αγγεία στην Τρωάδα και τη Λέσβο είναι ελάχιστες και ανάμεσα στις δυό περιοχές, τη βρειοδυτική Μικρά Ασία (την Τρωάδα και την μετέπειτα Αιολίδα) και τη Λέσβο, η στενή σχέση και επαφή βεβαιώνεται και από τα ίδια τοπωνύμια που έχουν αρκετά σημεία τους: οι ονομασίες Πρίαμος, Πέργαμος, Αρίσβη, Τάνταλος και πολλές άλλες, συναντώνται και στους δυό τόπους.
Είναι αξιοσημείωτο το γεγονός πως οι κάτοικοί της λεσβιακής Θερμής είχαν αρχίσει από νωρίς να ασχολούνται με την κατασκευή μεταλλικών αντικειμένων. Μία αλλαγή του πληθυσμιακού στοιχείου της Θερμής, γύρω στο 1700 π.Χ, είναι πιθανόν να συνδέεται και με την άφιξη των αρκάδων κατά τη χρονική αυτή στιγμή των οποίων οι δραστηριότητες στις μεταλλικές κατασκευές στην περιοχή των Αγιωργίτικων και του Στενού της Αρκαδίας και οι μετακινήσεις τους προς την Κύπρο για την προμήθεια της πρώτης ύλης, ήταν σε πλήρη ανάπτυξη.
Η συνέχεια που θα δοθεί με την εμφάνιση και την εγκατάσταση και άλλων πληθυσμιακών στοιχείων από την Πελοπόννησο στη Λέσβο, τα οποία θα έχουν εξωαρκαδική την καταγωγή τους, θα δώσει και την εξήγηση στην ιδιομορφία που παρουσιαζόταν, να έχουν οι λεσβιακές πόλεις - και πολλές από τις θέσεις του νησιού - ονόματα αρκαδικά, και πελοποννησιακά γενικότερα, ενώ οι λέσβιοι εκφράζονταν με ένα τοπικό γλωσσικό ιδίωμα που συγγένευε με τη διάλεκτο των αιολέων της Θεσσαλίας και της Βοιωτίας, γεγονός που τους συνέδεε περισσότερο από την άποψη της μακρινότερης προέλευσης όχι με τους αρκάδες και τα άλλα ελληνικά φυλετικά στοιχεία της Πελοποννήσου, αλλά με τους θεσσαλοβοιωτούς αιολείς. Το όνομα Αιολία άλλωστε που δίνονταν και για τη Λέσβο, έδειχνε τη βαθειά πίστη των κατοίκων του νησιού για την καταγωγή τους και για τους μακρινούς δεσμούς που τους ένωναν με το φύλο στο οποίο ανήκουν οι αρχικοί τους προπάτορες.
Κλείνοντας εδώ, δικαίως μπορώ να πω, όχι μόνον το «et ego in Arcadia” του Πουσσέν και των άλλων της Αναγέννησης, αλλά ότι, όλοι όσοι είμαστε εδώ, ...«Αρκάδες εσμέν»!

Αναδημοσίευση από την εφημερίδα ΑΡΚΑΔΙΚΟΙ ΟΡΙΖΟΝΤΕΣ

granaΟ κάμπος όλης της Τριπολιτσάς ήτο σπαρμένος από τους Έλληνας, και οι τούρκοι, επειδή ημείς δεν είχαμεν καββαλαρίαν, τον είχαν εις την εξουσίαν των, έβαλαν και τον εθέρισαν και τον καρπόν και το άχυρον τα εκουβάλησαν μέσα εις την πόλιν. Ευθύς λοιπόν εκαββάλικα το άλογον, το οποίον μου είχε χαρίσει προτήτερα η Εφορεία του στρατοπέδου, ο Κανέλλος Δεληγιάννης και λοιπά μέλη, εκόλλησα το βουνόν της Καπνίστρας δια να αναβώ ψηλά και να παρατηρήσω όλον τον κάμπον, αλλ’ ήμουν ασυνείθιστος και δεν εγνώριζα να διοικήσω το άλογόν μου. Επήγαινα ίσια ορθά μπηχτά τον ανήφορον, ώστε το άλογόν μου απόστασε. Έδεσα τότε το γκέμι (χαλινόν) εις την σέλαν και επήγα υψηλότερα με τα ποδάρια. Έβαλα το κιάλι και επαρατήρησα τους τούρκους. Είδα ότι ήσαν βγαλμένοι δια στάχυα και χόρτον κατά την συνήθειάν των.

Περισσότερα...