ARKADIKOI ORIZONTES LOGO

ganotisΜέσα στην τάξη των τεχνιτών μετάλλων της Στεμνίτσας, οι χαλκωματήδες συμμετείχαν μ’ ένα αρκετά μεγάλο αριθμό. Ήσαν οι επεξεργαστές του χαλκού κι έφτιαχναν μ’ αυτόν οικιακά κυρίως σκεύη, τα λεγόμενα γενικώς χαλκώματα. Μεταγενέστερα τους είπαν και καζαντζήδες, δηλαδή κατασκευαστές καζανιών αλλά αυτή η ονομασία τους δεν ήταν του τόπου, ήταν ξένη. Γιατί τα καζάνια στη Στεμνίτσα τα έλεγαν, τα μεν μεγάλα λεβέτια, τα δε μικρά χαρανιά, με τη λέξη δε καζάνι εννοούσαν μόνο τους αποστακτήρες της ρακής. Η άποψη δε ότι ονομάστηκαν έτσι από τη λέξη καζάντι (κέρδος) θεωρείται εξεζητημένη και δεν ευσταθεί.
Υποστηρίζεται, όπως έχει αναφερθεί, ότι η πρώτη εμφάνιση της τέχνης επεξεργασίας των μετάλλων στη Στεμνίτσα, έγινε με κατασκευές από χαλκό. Μεταγενέστερα δε εξελίχθη και επεκτάθηκε στ’ άλλα μέταλλα. Κατά συνέπεια η τέχνη της χαλκουργίας ήταν ο πρόδρομος της όλης σχετικής παρουσίας σ’ αυτήν και πολλά δεδομένα υποστηρίζουν αυτή την άποψη.


Οι παλιές κατασκευές των χαλκωματήδων της Στεμνίτσας διακρίνονται από το βάρος τους, από κάποια πρωτοτυπία, κυρίως όμως από μία χαρακτηριστική απλότητα, σε πολλά πρωτόγονη. Τούτο ήταν αποτέλεσμα όχι μόνο της αρχικής τους τεχνικής απειρίας αλλά και των φτωχών τεχνικών μέσων που χρησιμοποιούσαν.
Ίσως σε περιπτώσεις και προσπάθεια δημιουργίας μιας φτηνής κατασκευής, από προσαρμογή στις απαιτήσεις της αγοράς. Με την πάροδο του χρόνου, ασφαλώς ύστερα από την εμπειρία που απέκτησαν, άρχισαν να παρουσιάζουν προσπάθεια καλλιτεχνικής διαμορφώσεως των κατασκευών τους, με μέτρια απόδοση.
Τελικά όμως και σε χρόνο που είναι δύσκολο να καθορισθεί, οι κατασκευές τους αξιολογούμενες με ειδικά κριτήρια, μπορούν να θεωρηθούν άριστες, τόσο στις διακοσμήσεις τους όσο και στις προσθήκες. Τα εξελικτικά αυτά στάδια παρουσιάζονται και στις κατασκευές των τεχνιτών και των άλλων μετάλλων, αλλά στους χαλκωματήδες είναι πολύ έντονα, λόγω του όγκου και του προορισμού τους. Ακόμα δε λόγω της ιδιομορφίας που παρουσιάζει το μέταλλό τους, ο χαλκός.
Οι κατασκευές τους, κυρίως των δύο τελευταίων περιόδων, είναι σήμερα σπάνιες και είναι πραγματικές αντίκες. Τούτο συμβαίνει γιατί τις κατέστρεψε ο χρόνος και γιατί, επειδή τότε δεν είχαν καμιά πρακτική χρησιμότητα, χύθηκαν από τους καμπανάδες του τόπου για την κατασκευή καμπανών.
Ο χαλκός αυτής της προελεύσεως ήταν σε προτίμηση απ’ αυτούς, γιατί έκανε τις καμπάνες ηχηρότερες επειδή ήταν σφυριστός.
Ένας ακόμη λόγος που προκάλεσε την σπανιότητα των παλιών χαλκωματένιων αντικειμένων είναι το ότι, επειδή χρησιμοποιούνται για διακόσμηση χώρων, αγοράσθηκαν από ξένους και έφυγαν εκτός της Ελλάδας.
Στους τελευταίους χρόνους παρουσιάσθηκε όμως, παρόμοια τάση και στους Έλληνες και αρκετοί άρχισαν να μαζεύουν τέτοιες κατασκευές, άλλοι με επιτυχημένες αγορές άλλοι όχι. Τούτο γιατί η διάκριση μιας παλιάς χαλκωματένιας αντίκας είναι πολύ δύσκολη, γιατί δεν είναι μόνο ζήτημα χρόνου κατασκευής της, αλλά και συνάρτηση πολλών άλλων πραγμάτων.
Είναι πολύ δύσκολο ν’ αναφερθεί το πλήθος των κατασκευών των χαλκωματήδων, που έφτιαχναν εκτός απ’ τα επιτραπέζια σκεύη της κουζίνας κι εκκλησιαστικά σκεύη, όπως κολυμπήθρες, δίσκους, σφυρήλατα μανάλια (με αιχμές αντί υποδοχές για τα κεριά) και πολλά άλλα. Θα αναφερθούν απ’ αυτές ορισμένες, οι περισσότερες άγνωστες σήμερα, όπως: τα λαδικά (δοχεία λαδιού), τα σκανταλένια (για σιδέρωμα της φουστανέλλας), σαγάνια (είδος πιάτων), μουρχούτες (σουπιέρες), λεγένια (αμφορείς), μπρικολέγενα (μεγάλα μπρίκια), σοφράδες (μεγάλα ρηχά ταψιά, γεμάτα με γεωμετρικές διακοσμήσεις, περιζήτητα σήμερα), μαστραπάδες (μεγάλες κανάτες), στανιάδες (μικρές κανάτες), φουσιούνες (σωλήνες φυσήματα της φωτιάς), τέσες (δοχεία υγρών), μπότσες (δοχεία μετρήματος μούστου), πινάκια (πιάτα), κλειδοπίνακα (κλειστά πιάτα για μεταφορά φαγητών), πόχες (τρυπητές κουτάλες), σαλιέρες (αλατιέρες), κλανιόλες (σωλήνες εξαερισμού), τσιοκάνια (κουδούνια τριγωνικά), τροκάνια (κουδούνια σφαιρικά) κ.ά.
Η δουλειά του χαλκωματή είχε απόλυτη ομοιότητα με του ασημικού, ιδιαίτερα στον τρόπο του απλώματος του μετάλλου. Ήταν όμως δυσκολότερη γιατί με τον χαλκό φτιάχνονταν μεγαλύτερες κατασκευές και χρειαζόταν μεγαλύτερη προσπάθεια και περισσότερος κόπος. Ο χαλκωματής παίρνοντας την πλάκα ή μάζα του χαλκού, έτοιμη ή χυμένη από τον ίδιο, θα άρχιζε με συνεχή παράλληλα χτυπήματα σφυριών την εξέλασή της (άπλωμα) και ύστερα με παρόμοια χτυπήματα πάνω σε διάφορα αμόνια θα της έδινε το σχήμα του αντικειμένου που έφτιαχνε. Η δουλειά του ήταν ευκολότερη για τις επίπεδες κατασκευές και δύσκολη στις σφαιρικές. Προσπαθούσε πάντα να κάνει κατά το δυνατόν λεπτά τα τοιχώματά της και για λόγους οικονομίας, πρακτικότητας και αισθητικής. Τα χτυπήματα του σφυριού πάνω στο μέταλλο χρειάζονταν ιδιαίτερη επιδεξιότητα για να μη σπάσει και διακοπεί η συνοχή του. Μεταγενέστερα για το άπλωμα του μετάλλου χρησιμοποίησαν ποδοκίνητους μασγαλότορνους , μα πάντα στη δουλειά τους, το σφυρί και το αμόνι είχε τον κύριο και τελικό λόγο.
Τις συγκολλήσεις τους τις έκαναν με τη λεγόμενη μπρουτζοκόλληση ή χαλκοκόλληση (2 μέρη χαλκού, 1 μέρος τσίγκου) που υπήρχε σε ψιλά φύλλα για να είναι εύκολη η χρήση τους. Τα φύλλα αυτά τα έλιωναν με θερμότητα στα σημεία συγκόλλησης και με τη βοήθεια του μπαράζου (βόρακα) πετύχαιναν την συγκόλληση. Για πολλές δε συνδέσεις χρησιμοποιούσαν τα χαλκόκαρφα, μικρά πλατυκέφαλα καρφιά, πράγμα που έκαναν και στις τοποθετήσεις εξαρτημάτων, ενισχύοντας τις συνδέσεις με χαλκοκόλληση όταν χρειαζόταν.
Κάθε χαλκωματένιο αντικείμενο, επειδή οξειδωνόταν εύκολα η επιφάνειά του (γάνιαζε) και η γανίλα ήταν επικίνδυνη, ιδιαίτερα στα σκεύη της κουζίνας, έπρεπε να γανωθεί με καλάγι Αυτή ήταν η άλλη πλευρά της δουλειάς τους. Αυτή η μορφή δουλειάς, με την πάροδο του χρόνου, δημιούργησε ένα νέο τομέα τέχνης στη Στεμνίτσα. Τούτο έγινε κυρίως όταν άρχισε η οργανωμένη και τυποποιημένη βιοτεχνική παραγωγή χαλκωματένιων αντικειμένων. Τότε οι χαλκωματήδες της Στεμνίτσας αναγκάστηκαν να μην δουλεύουν παραγωγικά. Άλλοι απ’ αυτούς στράφηκαν, όσοι είχαν τις τεχνικές δυνατότητες, σε παρεμφερείς τομείς, άλλοι όμως έγιναν μόνο κασσιτερωτές, καλαντζήδες. Εξακολουθούσαν όμως να θεωρούν τον εαυτό τους χαλκωματή και έτσι φώναζαν όταν γύριζαν στη γύρα στις γειτονιές («Χαλκώματα να γανώ... ο Χαλκωματής...»).
Όμως και στους παλιότερους και πολύ προγενέστερους χρόνους, υπήρχαν στη Στεμνίτσα τεχνίτες, που περιορίζονταν μόνο στο γάνωμα των χαλκωμάτων. Επειδή η τέχνη αυτή δεν ήταν δύσκολη, πολλοί την χρησιμοποιούσαν επικουρικά, για πρόσθετο πόρο ζωής, πουλώντας συγχρόνως έτοιμες χαλκωματένιες κατασκευές στις περιοδείες τους. Αυτές τις έπαιρναν από τα εργαστήρια των τεχνιτών που δούλευαν στατικά στη Στεμνίτσα, και υπήρχαν εκεί μέχρι το 1920 περίπου.
Ο χαλκωματής κασσιτερωτής έκανε την γύρα του στις γειτονιές έχοντας στην πλάτη του ένα σάκο, τη μπετελιά (λέξη συνθ. διαλέκτου που σημαίνει τεμπελιά. Τούτο γιατί πίστευαν ότι ο γυρατζής κάνει τεμπέλικη δουλειά). Σ’ αυτήν συγκέντρωνε όσα χαλκώματα μάζευε για γάνωμα ή είχε για παράδοση έτοιμα.
Τα εργαλεία του ήταν ο καρφοοκόπος (σαν τον σύρτη του χρυσικού) για την κατασκευή των χαλκωματένιων καρφιών, που λεγόταν επίσης και καρφολόγος, ή ψαλλίδα(ι) για το κόψιμο και δόντιασμα των χαλκ. μπαλωμάτων κι ο νταβλάς ένα μεγάλο ταψί, που το χρησιμοποιούσαν σαν βάση της δουλειάς τους και πάνω του τίναζαν τα υπολείμματα του καλαγγιού τα κεβεσέδια (τ. λ), το οποίο και ξαναχρησιμοποιούσαν.
Για να γανωθεί ένα αντικείμενο, καθαριζόταν πρώτα με σπίρτο (υδροχλωρικό οξύ) και έπειτα τριβόταν με άμμο ή κορασάνισάνι (τριμμένο κεραμίδι) για να γίνει λεία η επιφάνεια του. Αυτή τη δουλειά την έλεγαν γυαλάτσι (γυάλισμα) και την έκανε πάντα ο μαθητευόμενος με τα χέρια ή τα πόδια («θα σε στείλω στο γιαλάτσι», έλεγαν στα παρεκτρεπόμενα παιδιά οι πατεράδες τους γι’ απειλή). Μετά κρατώντας το αντικείμενο με την τσιμπίδα, το θέρμαιναν στη φωτιά, το πασπάλιζαν στα σημεία γανώματος με λησιαντήρι (λησιαντήρι, χλωριούχο αμμώνιο) και μετά έριχναν το ανάλογο καλάγι. Όταν το καλάγι έλιωνε, το άπλωναν στην επιφάνεια με το μπαλάσι (μπάλα μπαμπακιού) και σαν κρύωνε την έτριβαν με πανί για να γυαλίσει.
Για τις συγκολλήσεις χρησιμοποιούσαν την πολύ εύτηκτη κόλληση (κράμα μολυβιού και καλαγιού σε ίσα μέρη) και τις έκαναν με το πυρακτωμένο γνωστό κολλητήρι και με την βοήθεια νησαντηριού. Την λιωμένη κόλληση την έστρωναν μ’ ένα λείο ξύλο, κοινό, που το έλεγαν (ανε)-μοκασίκι ή μοκασίσι. Γι’ αυτό το χωρίς αξία αντικείμενο υπάρχουν πολλές φαιδρές ιστορίες, που διατήρησε η παράδοση.
Η φύση της δουλειάς τους ήταν μουτζούρικη, γι’ αυτό και οι άλλοι τεχνίτες τους έλεγαν ειρωνικά «αγάνωτους», δηλαδή μαυρισμένους. Οι όλες δε συνθήκες της ζωής τους ήσαν πολύ δύσκολες και κοπιαστικές. Όμως η απόδοση της δουλειάς τους ήταν αρκετά ικανοποιητική και στους τελευταίους προπολεμικούς χρόνους, μετά την φυγή των άλλων τεχνιτών, απετέλεσε μια μεγάλη τάξη, που παρέμενε κι έζησε σε μεγάλο ποσοστό τη Στεμνίτσα. Με την εμφάνιση του αλουμινίου, η τάξη τους άρχισε να σβήνει και σήμερα υπάρχουν ελάχιστοι που εργάζονται πάρεργα για το γάνωμα των αναγκαίων και αναντικατάστατων σκευών, κάνοντας μικροπεριοδείες, όλοι βέβαια μεγάλης ηλικίας.
ΝΑΣΟΣ ΣΥΝΑΔΙΝΟΣ
Πηγή: Περιοδικό «Αρκαδικά»
Από το αρχείο του Άγγελου Γάκη

Αναδημοσίευση από εφημερίδα ΑΡΚΑΔΙΚΟΙ ΟΡΙΖΟΝΤΕΣ

Αφήστε τα σχόλια σας

Δημοσίευσε ένα σχόλιο σαν επισκέπτης

0
  • Δεν βρέθηκαν σχόλια
Κατηγορία: